Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

απρόβλεπτος < → λείπει η ετυμολογία

από το α στερητικό, το πρόθεμα προ- και κατάληξη βλεπτο < βλέπω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απρόβλεπτος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία