Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τακτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τακτικός

  1. που αποτελεί μέρος μιας τακτικής
    τακτικός ελιγμός
  2. που γίνεται με τάξη ή που χαρακτηρίζεται από τάξη και συστηματικότητα
  3. που συμβαίνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συχνός
    οι τακτικές επισκέψεις του φίλου μας στο γιατρό μάς ανησυχούσαν
  4. που κάνει κάτι σε τακτά χρονικά διαστήματα
    Ο Παντελής, τακτικός, ανέβαινε κάθε πρωί, και δεν ήξερε τι να κάνει. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  5. που συμβαίνει σε προκαθορισμένη χρονική στιγμή
      αντώνυμα: έκτακτος
    η τακτική ετήσια γενική συνέλευση του σωματείου
  6. ο μόνιμος, αυτός που παραμένει πάγιος και σταθερός σε μια θέση για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, που κατέχει οργανική σχέση
    όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάδειξης τακτικών μελών, το συλλογικό όργανο της διοίκησης αποκτά νομική υπόσταση
      αντώνυμα: έκτακτος: ο μη μόνιμος, ο μη τακτικός που δεν κατέχει οργανική θέση εντός μιας υπηρεσίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μαθηματικά: τακτικός, σειριακόςΕπεξεργασία