Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξέφρενος < ξε- (στερητικό) + φρένες ή από τη φράση έξω φρενών (γενική πληθυντικού της λέξης φρήν αλλά και μετοχή του φρενόω, συνετίζω). Πολλοί χρησιμοποιουν τη λέξη με την έννοια του ασταμάτητου και αισθάνονται ότι η ετυμολογία είναι από το φρένο που ομως αποτελεί πολύ νεότερη λέξη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξέφρενος

  1. ορμητικός, πολύ γρήγορος, ασταμάτητος, χωρίς λογική, πολύ ενστικτώδης
    ξέφρενο κυνηγητό, ξέφρενη άνοδος του χρηματιστηρίου, η ξέφρενη πορεία του ΙΧ, ξέφρενο πάρτι, ξέφρενο γλέντι, ξέφρενος δανεισμός, ξέφρενος χορός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία