γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
θηλυ-θηλε-
ονομαστική θῆλῠς θήλειᾰ τὸ θῆλῠ
      γενική τοῦ θήλεος τῆς θηλείᾱς τοῦ θήλεος
      δοτική τῷ θήλει τῇ θηλείᾳ τῷ θήλει
    αιτιατική τὸν θῆλῠν τὴν θήλειᾰν τὸ θῆλῠ
     κλητική ! θῆλῠ θήλειᾰ θῆλῠ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ θήλεις αἱ θήλειαι τὰ θήλε
      γενική τῶν θηλέων τῶν θηλειῶν τῶν θηλέων
      δοτική τοῖς θήλεσῐ(ν) ταῖς θηλείαις τοῖς θήλεσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς θήλεις τὰς θηλείᾱς τὰ θήλε
     κλητική ! θήλεις θήλειαι θήλε
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ θήλεε - θήλει τὼ θηλείᾱ τὼ θήλεε - θήλει
      γεν-δοτ τοῖν θηλέοιν τοῖν θηλείαιν τοῖν θηλέοιν
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'βαθύς' όπως «θῆλυς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
θῆλυς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeh₁(y)-

  Επίθετο

επεξεργασία

θῆλυς

  1. θηλυκός
  2. γυναικείος
  3. (για φυτά) που παράγει καρπό
  4. γόνιμος
  5. (μεταφορικά) (για πρόσωπα ή πράγματα) μαλακός, αδύνατος, τρυφερός
  6. (πυθαγόρειοι) ζυγός (αριθμός)

Αντώνυμα

επεξεργασία

Κλιτικοί τύποι

επεξεργασία

Διαλεκτικοί κλιτικοί τύποι:

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)