Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική θῆλῠς θήλειᾰ θῆλῠ θήλεις θήλειαι θήλεᾰ
Γενική θήλεος θηλείας θήλεος θηλέων θηλειῶν θηλέων
Δοτική θήλει θηλείᾳ θήλει θήλεσι(ν) θηλείαις θήλεσι(ν)
Αιτιατική θῆλῠν θήλειᾰν θῆλῠ θήλεις θηλείας θήλεᾰ
Κλητική θῆλῠ θήλειᾰ θῆλῠ θήλεις θήλειαι θήλεᾰ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική θήλει θηλεία θήλει
Γενική-Δοτική θηλέοιν θηλείαιν θηλέοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θῆλυς < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θῆλυς

  1. θηλυκός
  2. γυναικείος
  3. (για φυτά) που παράγει καρπό
  4. γόνιμος
  5. (μεταφορικά) (για πρόσωπα ή πράγματα) μαλακός, αδύνατος, τρυφερός
  6. (πυθαγόρειοι) ζυγός (αριθμός)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία