Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Κυρίως στον αρχ. τομέα, ετυμολογία, σημειώσεις. Παρατηρήσεις κλίσης, στον Πίνακα κλίσης. sarri.greek (συζήτηση) 05:06, 18 Σεπτεμβρίου 2019 (UTC).


Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ῥοῦς < αρχαία ελληνική ῥοῦς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾus/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ῥοῦς αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ῥοῦς ῥόε ῥόες
Γενική ῥοός ῥοοῖν ῥοῶν
Δοτική ῥοΐ ῥοοῖν ῥουσί(ν)
Αιτιατική ῥοῦν ῥόε ῥοῦς
Κλητική ῥοῦ ῥόε ῥόες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ῥοῦς < ασυναίρετο στον Όμηρο και άλλους ῥόος < ῥέω. ῥόα, ῥοία και ῥοιή (πιθανόν λόγω του χρώματος που έμοιαζε της ροδιάς. Δείτε Σημειώσεις).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ῥοῦς αρσενικό (ασυναίρετη γενική: ῥοός αλλά και συνηρημένη: ῥοῦ, αιτ. και ῥόον)

  1. ροή υγρών, ποταμών, κυμάτων
    κατὰ ῥόον (τον πήρε το ποτάμι)
  2. ρεύμα στη θάλασσα
    ὑπό τε τοῦ ῥοῦ καὶ ἀνέμου
  3. ρέμα
  4. (μεταφορικά) η τάση των πολλών, της κοινής γνώμης, το κατεστημένο
    φέρεσθαι κατὰ ῥοῦν (με το ρεύμα), πρὸς ῥόον ( ενάντια στο ρεύμα, μεταφορικά και κυριολεκτικά)
  5. ρεύμα αέρα
    ῥόος καπνοῦ (Πίνδαρος)
  6. εκκρίσεις του οργανισμού και διάρροια (Ιπποκράτης)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • το χρυσόξυλο κοινό δέντρο στην Ελλάδα, από το οποίο έπαιρναν κόκκινη ή πορτοκαλιά βαφή (Cotinus coggygria) ή το ρούδι (Rhus coriaria, Ρους ο βυρσοδεψικός ή σουμάκι) από οποίο έπαιρναν επίσης κόκκινη βαφή αλλά το χρησιμοποιούσαν και ως μπαχαρικό στη Σάμο όπως και ως ίνα για δέρματα

  ΠηγέςΕπεξεργασία