Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
βότρυς(2) (άνθη του φυτού Lathyrus aureus.)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βότρυς < αρχαία ελληνική βότρυς < προελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βότρυς αρσενικό

  1. τo τσαμπί και ιδιαίτερα το σταφύλι
    Γλυκός βότρυς
  2. (βοτανική) είδος ταξιανθίας με έναν κεντρικό επιμήκη άξονα ο οποίος φέρει έμμισχα μονήρη άνθη
    Τα άνθη του φυτού λούπινο διατάσσονται σε βότρυ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βότρυς βότρυε βότρυες
Γενική βότρυος βοτρύοιν βοτρύων
Δοτική βότρυϊ βοτρύοιν βότρυσι(ν)
Αιτιατική βότρυν βότρυε βότρυς
Κλητική βότρυ βότρυε βότρυες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βότρυς < προελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βότρυς αρσενικό

  1. βότρυς
  2. βόστρυχος
  3. (βοτανική) το φυτό αρτεμισία
     συνώνυμα: ἀρτεμισία
  4. (βοτανική) το φυτό Chenopodium Botrys
  5. (αστρονομία) οι Πλειάδες

ΣύνθεταΕπεξεργασία