Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταφυλή οι σταφυλές
      γενική της σταφυλής των σταφυλών
    αιτιατική τη σταφυλή τις σταφυλές
     κλητική σταφυλή σταφυλές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταφυλή < αρχαία ελληνική σταφυλίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταφυλή θηλυκό

  1. (βοτανική) ο καρπός της αμπέλου που φέρεται στο τσαμπί, η σταφυλορώγα
  2. στην αρχαιότητα ονομαζόταν και ολόκληρο το τσαμπί, ή βότρυς
  3. (ανατομία) η πριν τον φάρυγγα ραγοειδής προεκβολή (αρχαία ελληνική κιονῖς, ή σταφυλίτης)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Σταφύλι =σταφίδα. Στάζει +φύλα, τα φύλα που στάζουν! Από στρίψιμο τής ρωγας. Ενώ ,αμπέλι, σημαίνει, γλυκό. Αμελ~αμ μπελ =γλυκός! Αμελ=μέλη. Αμελ =το γάλα. Αμελ=άρμεγμα!

Σταφύλι =στραγγίζουμε τα φύλα ( την ρωγα) γλυκός στα+φίδα !