γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ἡμῐσυ- ἡμῐσε-
ονομαστική ἥμισῠς ἡμίσειᾰ τὸ ἥμισῠ
      γενική τοῦ ἡμίσεος τῆς ἡμισείᾱς τοῦ ἡμίσεος
      δοτική τῷ ἡμίσει τῇ ἡμισείᾳ τῷ ἡμίσει
    αιτιατική τὸν ἥμισῠν τὴν ἡμίσειᾰν τὸ ἥμισῠ
     κλητική ! ἥμισῠ ἡμίσειᾰ ἥμισῠ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἡμίσεις
ιωνικός: ἡμίσεες
αἱ ἡμίσειαι τὰ ἡμίσε
αργότερα: ἡμίση
      γενική τῶν ἡμισέων τῶν ἡμισειῶν τῶν ἡμισέων
      δοτική τοῖς ἡμίσεσῐ(ν) ταῖς ἡμισείαις τοῖς ἡμίσεσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ἡμίσεις τὰς ἡμισείᾱς τὰ ἡμίσε
     κλητική ! ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσε
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἡμίσεε - ἡμίσει τὼ ἡμισείᾱ τὼ ἡμίσεε - ἡμίσει
      γεν-δοτ τοῖν ἡμισέοιν τοῖν ἡμισείαιν τοῖν ἡμισέοιν
Και μεταγενέστερη συνηρημένη γενική ενικού (αρσενικό-ουδέτερο): ἡμίσους
Ουδέτερο πληθυντικός, μεταγενέστερα ἡμίση & τὰ ἡμίσεια.
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'βαθύς' όπως «ἥμισυς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἥμισυς < ἡμί- (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *semi- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Επίθετο

επεξεργασία

ἥμισυς, -εια, -υ

  1. μισός, ήμισυς
  2. (Χρειάζεται επεξεργασία)

Άλλες μορφές

επεξεργασία