Δείτε επίσης: εύχαρις

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὔχαρις < εὖ + χάρις

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὔχαρις (εὔχαρις, εὔχαρις, εὔχαρι και γενική εὐχάριτος)

  1. ο χαριτωμένος, ο γεμάτος χάρες
  2. ο ευγενικός