Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

expedient (en)

  1. συμφεροντολογικός*
  2. πρόσφορος (απλός και εύκολος και βολικός)
  3. αποτελεσματικός, λυσιτελής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

expedient (en)

  • μία βολική, πρόσφορη, αποτελεσματική λύση