Δείτε επίσης: Τελεσφόρος
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τελεσφόρος η τελεσφόρος
τελεσφόρα
το τελεσφόρο
      γενική του τελεσφόρου της τελεσφόρου
τελεσφόρας
του τελεσφόρου
    αιτιατική τον τελεσφόρο την τελεσφόρο
τελεσφόρα
το τελεσφόρο
     κλητική τελεσφόρε τελεσφόρε
τελεσφόρα
τελεσφόρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τελεσφόροι οι τελεσφόροι
τελεσφόρες
τα τελεσφόρα
      γενική των τελεσφόρων των τελεσφόρων των τελεσφόρων
    αιτιατική τους τελεσφόρους τις τελεσφόρους
τελεσφόρες
τα τελεσφόρα
     κλητική τελεσφόροι τελεσφόροι
τελεσφόρες
τελεσφόρα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
τελεσφόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελεσφόρος < τέλος θέμα: τελεσ- + -φόρος (φέρω)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /te.leˈsfo.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τε‐λε‐σφό‐ρος

  Επίθετο

επεξεργασία

τελεσφόρος, -α/ος, -ο

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τελεσφόρος τελεσφόρ τὸ τελεσφόρον
      γενική τοῦ τελεσφόρου τῆς τελεσφόρᾱς τοῦ τελεσφόρου
      δοτική τῷ τελεσφόρ τῇ τελεσφόρ τῷ τελεσφόρ
    αιτιατική τὸν τελεσφόρον τὴν τελεσφόρᾱν τὸ τελεσφόρον
     κλητική ! τελεσφόρε τελεσφόρ τελεσφόρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ τελεσφόροι αἱ τελεσφόραι τὰ τελεσφόρ
      γενική τῶν τελεσφόρων τῶν τελεσφόρων τῶν τελεσφόρων
      δοτική τοῖς τελεσφόροις ταῖς τελεσφόραις τοῖς τελεσφόροις
    αιτιατική τοὺς τελεσφόρους τὰς τελεσφόρᾱς τὰ τελεσφόρ
     κλητική ! τελεσφόροι τελεσφόραι τελεσφόρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τελεσφόρω τὼ τελεσφόρ τὼ τελεσφόρω
      γεν-δοτ τοῖν τελεσφόροιν τοῖν τελεσφόραιν τοῖν τελεσφόροιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
τελεσφόρος < τέλος τελεσ- + -φόρος (φέρω)

  Επίθετο

επεξεργασία

τελεσφόρος, -ος, -ον

Παράγωγα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία