Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απελευθερώνω < αρχαία ελληνική ἀπελευθερόω

  ΡήμαΕπεξεργασία

απελευθερώνω

  1. δίνω σε κάποιον την ελευθερία του
  2. επιτρέπω σε κάποιον ή σε κάτι να κινηθεί ελεύθερα, απαλλάσσω από περιορισμούς

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία