Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹɪˈliːs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
release releases

release (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας release
γ΄ ενικό ενεστώτα releases
αόριστος released
παθητική μετοχή released
ενεργητική μετοχή releasing

release (en)

  1. απαλλάσσω, αποδεσμεύω
    The team released three soccer players.
    Η ομάδα αποδέσμευσε τρεις ποδοσφαιριστές.
  2. ελευθερώνω