Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήγω < αρχαία ελληνική λήγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂g-[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.ɣo/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

λήγω (αμετάβατο)

  1. τερματίζομαι, επειδή ολοκληρώθηκε ή επειδή πέρασε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
    ο αγώνας έληξε ισόπαλος
  2. (με την πρόθεση σε) έχω ως τελευταίο τμήμα μου, καταλήγω
    τα ρήματα που λήγουν σε -ίζω γράφονται με γιώτα
    τελευταία μέρα για να καταθέσουν τη δήλωσή τους όσων το ΑΦΜ λήγει σε 10
  3. για προϊόντα που έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους και δεν πρέπει να καταναλωθούν
    μη την πιεις αυτή την μπίρα, έχει λήξει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το θέμα θεωρείται λήξαν : ότι έκλεισε, τελείωσε, να μη δοθεί συνέχεια

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂g-[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

λήγω

  1. λήγω, τελειώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.