Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάγανον λαγάνω λάγανα
Γενική λαγάνου λαγάνοιν λαγάνων
Δοτική λαγάν λαγάνοιν λαγάνοις
Αιτιατική λάγανον λαγάνω λάγανα
Κλητική λάγανον λαγάνω λάγανα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάγανον < λαγαίω (αφήνω, χαλαρώνω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)leg- (μαλακός, χαλαρός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάγανον ουδέτερο

  • λεπτό και πλατύ είδος ψωμιού από αλεύρι και λάδι
    Συνώνυμα: ἴτριον, (λατινικά) tracta
    • κάτιλλος δὲ ὀρνᾶτος ὁ λεγόμενος παρὰ ῾Ρωμαίοις οὕτως γίγνεται· θρίδακας πλύνας ξέσον καὶ ἐμβαλὼν οἶνον εἰς θυίαν τρῖβε τὰς θρίδακας, εἶτα τὸν χυλὸν ἐκπιέσας σελίγνιον συμφύρασον αὐτῷ καὶ συμπεσεῖν ἐάσας μετ' ὀλίγον τρῖψον εὐτόνως, προσβαλὼν ὀλίγον στέατος χοιρείου καὶ πέπερι, καὶ πάλιν τρίψας ἕλκυσον λάγανον καὶ λειάνας ἐκτεμὼν κατάτεμνε καὶ ἕψε εἰς ἔλαιον θερμότατον εἰς ἠθμὸν βαλὼν τὰ κατακεκομμένα. ἄλλα πλακούντων γένη· ὀστρακίτης, ἀττανῖται, ἄμυλον, τυροκόσκινον. (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 14, 57, 30)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία