↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ λάγανον τὰ λάγαν
      γενική τοῦ λαγάνου τῶν λαγάνων
      δοτική τῷ λαγάν τοῖς λαγάνοις
    αιτιατική τὸ λάγανον τὰ λάγαν
     κλητική ! λάγανον λάγαν
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λαγάνω
γεν-δοτ τοῖν  λαγάνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
λάγανον < θέμα λαγ- < αμάρτυρος τύπος *λάγ-ος (χαλαρός, μαλακός)[1] -δείτε και λαγαίω (αφήνω, χαλαρώνω)- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα **(s)leh₁g- (μαλακός, χαλαρός) [2]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: λαγάνα

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

λάγανον, -ου ουδέτερο

Παράγωγα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. λαγάνα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. λαγαίω σελ. 819 - Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.