Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
στεᾰρ- στεᾱτ-
ονομαστική τὸ στέαρ τὰ στέατ
      γενική τοῦ στέατος τῶν στεάτων
      δοτική τῷ στέατ τοῖς στέασῐ(ν)
    αιτιατική τὸ στέαρ τὰ στέατ
     κλητική ! στέαρ στέατ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στέατε
γεν-δοτ τοῖν  στεάτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἧπαρ' όπως «ἧπαρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στέαρ < πρωτοελληνική *stā́wər < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stéh₂-wr̥ < *steh₂- (ἵστημι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στέαρ ουδέτερο

  1. λίπος
  2. πάχος
  3. ξίγκι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία