Arrows blue.png Δείτε επίσης: χηλός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο χυλός οι χυλοί
γενική του χυλού των χυλών
αιτιατική τον χυλό τους χυλούς
κλητική χυλέ χυλοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χυλός < αρχαία ελληνική χυλός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χυλός αρσενικό

  1. παχύρευστο υγρό παρασκεύασμα με βάση το αλεύρι σιταριού ή καλαμποκιού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χυλός χυλώ χυλοί
Γενική χυλοῦ χυλοῖν χυλῶν
Δοτική χυλ χυλοῖν χυλοῖς
Αιτιατική χυλόν χυλώ χυλούς
Κλητική χυλέ χυλώ χυλοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χυλός < χέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χυλός αρσενικό

  1. χυμός
  2. χυλός