Δείτε επίσης: χηλή, χυλός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χηλός οι χηλοί
      γενική του χηλού των χηλών
    αιτιατική τον χηλό τους χηλούς
     κλητική χηλέ χηλοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χηλός < αρχαία ελληνική χηλός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çiˈlos/
ομόηχο: χυλός
τονικό παρώνυμο: χείλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χηλός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χηλός οἱ χηλοί
      γενική τοῦ χηλοῦ τῶν χηλῶν
      δοτική τῷ χηλ τοῖς χηλοῖς
    αιτιατική τὸν χηλόν τοὺς χηλούς
     κλητική ! χηλέ χηλοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χηλώ
γεν-δοτ τοῖν  χηλοῖν
2η κλίση όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χηλός < χαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χηλός αρσενικό