Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χηλή οι χηλές
      γενική της χηλής των χηλών
    αιτιατική τη χηλή τις χηλές
     κλητική χηλή χηλές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χηλή < αρχαία ελληνική χηλή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χηλή θηλυκό

  1. (ανατομία): άκρη εξωτερικού οργάνου.
  2. (ζωολογία): το νύχι μερικών ζώων
  3. (ζωολογία): η δαγκάνα των καβουριών, αστακών κ.ά.
  4. η οπλή
  5. προεξοχή γης που εισχωρεί στη θάλασσα (φυσική ή τεχνητή), προβλήτα, μώλος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χηλή < χαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χηλή θηλυκό

  1. οπλή ζώου
  2. νύχι
  3. βελόνα για πλέξιμο διχτυών, σαγίττα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • σύνθετα
  • μονόχηλον (τετράποδον) ζώον = αυτό που έχει μία μόνο χηλή (η χηλή = το νύχι), όπως το γαϊδουράκι, το άλογο, το μουλάρι, τα βοοειδή
  • δίχηλον (τετράποδον) ζώον = αυτό που έχει δύο χηλές (η χηλή = το νύχι), όπως το κατσίκι, το πρόβατο