Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οπλή οι οπλές
      γενική της οπλής των οπλών
    αιτιατική την οπλή τις οπλές
     κλητική οπλή οπλές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οπλή < αρχαία ελληνική ὁπλή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.ˈpli/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οπλή θηλυκό
νύχι ή νύχια που στηρίζουν το βάρος του ζώου (ή το κυρίως βάρος του ζώου όταν η οπλή είναι εξελικτικά πρώιμη):

  1. το νύχι των μονόχηλων ζώων.
    οπλή αλόγου.
  2. δίχηλη οπλή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία