Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pata (pt) θηλυκό

  1. η πάπια
  2. το πόδι των ζώων
  3. μεγάλο πόδι

Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pata (cs)