Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λήγων και λήγοντας λήγουσα λήγον
γενική λήγοντος και λήγοντα ληγούσης και λήγουσας λήγοντος
αιτιατική λήγοντα λήγουσα λήγον
κλητική λήγων και λήγοντας λήγουσα λήγον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λήγοντες λήγουσες λήγοντα
γενική ληγόντων ληγουσών ληγόντων
αιτιατική λήγοντες λήγουσες λήγοντα
κλητική λήγοντες λήγουσες λήγοντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήγων < αρχαία ελληνική λήγων, λήγουσα, λῆγον, μετοχή ενεστώτα του ρήματος λήγω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

λήγων, λήγουσα, λήγον και λήγοντας

  1. που λήγει, καταλήγει, ο τελευταίος
    ο λήγων αριθμός στο Λαϊκό λαχείο...
    ο λήγων του ΑΦΜ
  2. που τελειώνει τώρα ή σε μια ορισμένη ημερομηνία, που απέρχεται,
    Σημαντικά θέματα στην τελευταία για την λήγουσα θητεία του...
    Η θητεία του νέου Δ.Σ. είναι πενταετής, λήγουσα την 30.06.2018
    Αρχόμενος από του έτους 1838 Απριλίου 20 και λήγων τω 1858 Δεκεμβρίου 31
    Ως διάρκεια του Διαγωνισμού ορίζεται... αρχόμενος την 20/10/2013 και λήγων την 31/01/2014
    ο λήγων μήνας δεν ήταν ο καλύτερος για τον τουρισμό φέτος
    Μεγαλύτερος όγκος των ανταλλαγών στο εξωτερικό εμπόριο της Σερβίας κατά το λήγον έτος 2013

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία