Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ξερός ξερή ξερό
γενική ξερού ξερής ξερού
αιτιατική ξερό ξερή ξερό
κλητική ξερέ ξερή ξερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεροί ξερές ξερά
γενική ξερών ξερών ξερών
αιτιατική ξερούς ξερές ξερά
κλητική ξεροί ξερές ξερά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξερός < αρχαία ελληνική ξερός, ξηρός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksɛ.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ksɛ.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ksɛ.ˈɾɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξερός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει νερό ή υγρασία κι έχει στεγνώσει
     συνώνυμα: άνυδρος, στεγνός
     αντώνυμα: υγρός
    το κλίμα της περιοχής είναι πολύ ξερό
    τα χείλη του ήταν ξερά από τη ζέστη
  2. που έχει μαραθεί, που έχει χάσει τη στιλπνότητά του
     συνώνυμα: μαραμένος
     αντώνυμα: χλωρός
  3. (για έδαφος) που δεν έχει βλάστηση
     συνώνυμα: αποψιλωμένος
     αντώνυμα: κατάφυτος, χλοερός
  4. που χρειάζεται να συμπληρωθεί
     συνώνυμα: σκέτος
    ήπιε ένα ξερό καφέ κι έφυγε
  5. που είναι μόνος στη ζωή
  6. ο απότομος, ο σύντομος, ο οξύς, ο σκληρός
    ακούστηκε ένας ξερός ήχος
  7. ο τυπικός, ο λακωνικός
    μου είπε ένα ξερό καλημέρα
  8. που προκαλεί ανία, που δεν έχει χάρη και ζωντάνια
     συνώνυμα: ανιαρός, άχαρος, βαρετός, μονότονος, πληκτικός
     αντώνυμα: ευχάριστος, ποικίλος
  9. (μεταφορικά) που δεν κινείται, που δεν έχει τις αισθήσεις του
     συνώνυμα: αναίσθητος
  10. που έχει πεθάνει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία