Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στιλπνότητα οι στιλπνότητες
      γενική της στιλπνότητας των στιλπνοτήτων
    αιτιατική τη στιλπνότητα τις στιλπνότητες
     κλητική στιλπνότητα στιλπνότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στιλπνότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στιλπνότητα θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία