Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική άχαρος άχαρη άχαρο
γενική άχαρου άχαρης άχαρου
αιτιατική άχαρο άχαρη άχαρο
κλητική άχαρε άχαρη άχαρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άχαροι άχαρες άχαρα
γενική άχαρων άχαρων άχαρων
αιτιατική άχαρους άχαρες άχαρα
κλητική άχαροι άχαρες άχαρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άχαρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άχαρος

  1. που δε γεύεται χαρά, δύστυχος
  2. που δε δίνει χαρά, ευχαρίστηση, θλιβερός
  3. που δεν έχει χάρη, κομψότητα και ομορφιά, άκομψος
  4. που δεν είναι ευχάριστος, που δε δίνει χαρά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία