Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λακωνικός η λακωνική το λακωνικό
      γενική του λακωνικού της λακωνικής του λακωνικού
    αιτιατική τον λακωνικό τη λακωνική το λακωνικό
     κλητική λακωνικέ λακωνική λακωνικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λακωνικοί οι λακωνικές τα λακωνικά
      γενική των λακωνικών των λακωνικών των λακωνικών
    αιτιατική τους λακωνικούς τις λακωνικές τα λακωνικά
     κλητική λακωνικοί λακωνικές λακωνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λακωνικός < αρχαία ελληνική Λακωνικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λακωνικός, -ή, -ό


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λακωνικός < Λάκων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λακωνικός, -ή, -ό

  1. προϊόν από τη Λακωνία, τη Λακεδαίμονα χώρα
  2. σχετικός με τη Λακωνία
  3. το θηλυκό ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο (η Λακωνική) σήμαινε κατά τους ιστορικούς χρόνους τη χώρα των Λακώνων, τη Λακεδαίμονα, τη Σπάρτη
  4. το ουδέτερο ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο (το Λακωνικόν) σήμαινε το έθνος των Λακώνων και το κράτος ή την κυβέρνησή τους. Με πεζό αρχικό σήμαινε:
    το λακωνίζειν, δηλαδή την περιεκτική έκφραση λόγου
    ένα είδος κλειδιού
    στους ρωμαϊκούς χρόνους σήμαινε το θερμό λουτρό που είχαν στα γυμναστήρια αλλά και τις θέρμες των Ρωμαίων (laconicum)
    στους μεταχριστιανικούς χρόνους σήμαινε το σκληρό χάλυβα της Λακωνίας αλλά και ένα είδος γυναικείου φορέματος
  5. το αρσενικό λακωνικός αναφερόταν συχνά στο λακωνικό κυνηγόσκυλο που λεγόταν κύων και ήταν αρσενικού γένους -επρόκειτο για ειδικά εκπαιδευμένα κυνηγετικά σκυλιά, από τα οποία προέκυψε η λέξη λαγωνικό με παρετυμολογία από το λαγώς


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

περιεκτικός στον λόγοΕπεξεργασία