Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυβέρνηση κυβερνήσεις
γενική κυβέρνησης
& κυβερνήσεως
κυβερνήσεων
αιτιατική κυβέρνηση κυβερνήσεις
κλητική κυβέρνηση κυβερνήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυβέρνηση αρχαία ελληνική κυβέρνησις (διακυβέρνηση, διοίκηση) < κυβερνάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυβέρνηση θηλυκό

  1. η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο αυτών που την ασκούν
    ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος
    στην Ελλάδα επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος ορίζει τους υπόλοιπους υπουργούς

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία