Δείτε επίσης: οἰκουμενικός

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οικουμενικός η οικουμενική το οικουμενικό
      γενική του οικουμενικού της οικουμενικής του οικουμενικού
    αιτιατική τον οικουμενικό την οικουμενική το οικουμενικό
     κλητική οικουμενικέ οικουμενική οικουμενικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οικουμενικοί οι οικουμενικές τα οικουμενικά
      γενική των οικουμενικών των οικουμενικών των οικουμενικών
    αιτιατική τους οικουμενικούς τις οικουμενικές τα οικουμενικά
     κλητική οικουμενικοί οικουμενικές οικουμενικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικουμενικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰκουμενικός < οἰκουμένη (εννοείται γῆ) < οἰκῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ku.me.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οι‐κου‐με‐νι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οικουμενικός

  • αυτός που σχετίζεται με την οικουμένη κι όχι με μεμονωμένες χώρες ή ομάδες ανθρώπων
    οικουμενική συνείδηση, οικουμενικοί κίνδυνοι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία