Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ουσιώδης η ουσιώδης το ουσιώδες
      γενική του ουσιώδους της ουσιώδους του ουσιώδους
    αιτιατική τον ουσιώδη την ουσιώδη το ουσιώδες
     κλητική ουσιώδη(ς) ουσιώδης ουσιώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ουσιώδεις οι ουσιώδεις τα ουσιώδη
      γενική των ουσιωδών των ουσιωδών των ουσιωδών
    αιτιατική τους ουσιώδεις τις ουσιώδεις τα ουσιώδη
     κλητική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη
Κατηγορία όπως «ελώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσιώδης < ελληνιστική κοινή οὐσιώδης < αρχαία ελληνική οὐσία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ουσιώδης

  1. που αναφέρεται στην ουσία ενός θέματος
  2. κύριος, βασικός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία