Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ουσιώδης ουσιώδης ουσιώδες
γενική ουσιώδους ουσιώδους ουσιώδους
αιτιατική ουσιώδη ουσιώδη ουσιώδες
κλητική ουσιώδη(ς) ουσιώδης ουσιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη
γενική ουσιωδών ουσιωδών ουσιωδών
αιτιατική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη
κλητική ουσιώδεις ουσιώδεις ουσιώδη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσιώδης < ελληνιστική κοινή οὐσιώδης < αρχαία ελληνική οὐσία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ουσιώδης

  1. που αναφέρεται στην ουσία ενός θέματος
  2. κύριος, βασικός

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία