Δείτε επίσης: ουσία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οὐσία < από το οὖσα - ἐοῦσα, θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος εἰμί (είμαι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οὐσία θηλυκό ( & ιωνικός τύποςοὐσίη)

  1. η περιουσία, η ιδιοκτησία
    εἰ ἐκεκτήμην οὐσίαν... : αν είχα περιουσία... (Λυσίας)
    πατρῴαν οὐσίαν κατεσθίειν : τρώνε την περιουσία του πατέρα τους
  2. η φιλοσοφική ουσία,
    γένεσις μὲν τὸ σπέρμα, οὐσία δὲ τὸ τέλος
  3. η χημική, φυσική ουσία
    πᾶσαι αἱ φυσικαί οὐσίαι ἢ σώματα... (Αριστοτέλης)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία