Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επουσιώδης η επουσιώδης το επουσιώδες
      γενική του επουσιώδους της επουσιώδους του επουσιώδους
    αιτιατική τον επουσιώδη την επουσιώδη το επουσιώδες
     κλητική επουσιώδη(ς) επουσιώδης επουσιώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επουσιώδεις οι επουσιώδεις τα επουσιώδη
      γενική των επουσιωδών των επουσιωδών των επουσιωδών
    αιτιατική τους επουσιώδεις τις επουσιώδεις τα επουσιώδη
     κλητική επουσιώδεις επουσιώδεις επουσιώδη
Κατηγορία όπως «ελώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επουσιώδης < ελληνιστική κοινή ἐπουσιώδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επουσιώδης, -ης -ες

  1. που δεν αναφέρεται στην ουσία ενός ζητήματος, δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικός αλλά μάλλον δευτερεύων
    η συζήτηση αναλώθηκε σε επουσιώδεις λεπτομέρειες
    κάνει μεγάλα στοχαστικά άλματα και επισκιάζει την ουσία ενώ φωτίζει τα επουσιώδη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία