Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κλειδί τα κλειδιά
      γενική του κλειδιού των κλειδιών
    αιτιατική το κλειδί τα κλειδιά
     κλητική κλειδί κλειδιά
Παράρτημα
 
κλειδί σπιτιού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλειδί < μεσαιωνική ελληνική κλειδί(ν) < αρχαία ελληνική κλειδίον, υποκοριστικό του κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλειδί ουδέτερο

  1. μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ.
  2. κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης
  3. εργαλείο για να βιδώνω και ξεβιδώνω βίδες ή εξαρτήματα μηχανισμών
  4. (μουσική) σημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα
    το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή
  5. (ναυτικός όρος): προσθαφαιρετό τμήμα αλυσίδας, ιδιαίτερα της καδένας της άγκυρας
  6. ο χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μοχλός αλλαγής κατεύθυνσης σιδηροδρομικής γραμμής
  7. (πληροφορική) παράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση μηνυμάτων
  8. (πληροφορική) τιμή (πχ. κωδικός αριθμός) μοναδική για τον εντοπισμό συγκεκριμένης οντότητας (πχ. εγγραφής) μέσα σε μια δομή δεδομένων (πχ. αρχείο)
  9. (βάσεις δεδομένων) το υποψήφιο κλειδί[1]
    Δεν μπορεί η τιμή ενός γνωρίσματος που είναι κλειδί ή μέρος ενός κλειδιού (για σύνθετα κλειδιά) να έχει την τιμή NULL[1]
    Δείτε επίσης στις βάσεις δεδομένων τους όρους : εξωτερικό κλειδί ή ξένο κλειδί, πρωτεύον κλειδί ή κύριο κλειδί, σύνθετο κλειδί, υπερκλειδί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Παύλος Εφραιμίδης, Λέκτορας, Σχεσιακό Μοντέλο Δεδομένων, σελ. 21-22, από Πανεπιστήμιο Θράκης. Προσπέλαση 2020-02-04