Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γαντζόκλειδο τα γαντζόκλειδα
      γενική του γαντζόκλειδου των γαντζόκλειδων
    αιτιατική το γαντζόκλειδο τα γαντζόκλειδα
     κλητική γαντζόκλειδο γαντζόκλειδα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαντζόκλειδο < γάντζ(ος) + -ό- + κλειδ(ί) + -ο-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαντζόκλειδο ουδέτερο

  • εργαλείο με λαβή και ημικυκλική απόληξη η οποία έχει πρόσθετα στην άκρη προεξοχή σαν γάντζο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία