Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γάντζος οι γάντζοι
      γενική του γάντζου των γάντζων
    αιτιατική τον γάντζο τους γάντζους
     κλητική γάντζε γάντζοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάντζος < βενετική ganzo < αρχαία ελληνική γαμψός (αντιδάνειο)[1]
 
μεταλλικός γάντζος γερανού

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣan.dzɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάντζος αρσενικό

  • μεταλλικό άγκιστρο για να κρεμιούνται ή να σηκώνονται βάρη

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία