Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /hʊk/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
hook hooks

hook (en)

  1. γάντζος
  2. αγκίστρι
  3. (πληροφορική) κώδικας που επιτρέπει μια εφαρμογή να προσθέσει ο χρήστης της ώστε να τροποποιήσει τις λειτουργίες τις

  ΡήμαΕπεξεργασία

hook (en)

  1. αγκιστρώνω
  2. γαντζώνω

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία