Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άγκιστρο τα άγκιστρα
      γενική του αγκίστρου
& άγκιστρου
των αγκίστρων
& άγκιστρων
    αιτιατική το άγκιστρο τα άγκιστρα
     κλητική άγκιστρο άγκιστρα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγκιστρο < αρχαία ελληνική ἄγκιστρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άγκιστρο ουδέτερο

  1. ο γάντζος
  2. (τυπογραφία, μαθηματικά, προγραμματισμός) καθένα από τα σύμβολα { και }
    Υπερώνυμα: σημείο στίξεως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία