Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γάντζωμα τα γαντζώματα
      γενική του γαντζώματος των γαντζωμάτων
    αιτιατική το γάντζωμα τα γαντζώματα
     κλητική γάντζωμα γαντζώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάντζωμα < γαντζώνω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάντζωμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία