Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wrench (en)

  1. κίνηση με την οποία συστρέφουμε και τραβάμε με δύναμη
  2. το γερμανικό κλειδί
  3. η λύπη που νιώθουμε όταν αφήνουμε κάποιον/κάτι που αγαπάμε

  ΡήμαΕπεξεργασία

wrench (en)

  1. γραπώνω, αρπάζω, τραβώ απότομα