Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ŝlosilo < → δείτε τις λέξεις ŝlosi και ilo

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʃlo.ˈsi.lo/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ŝlosilo ŝlosiloj
αιτιατική ŝlosilon ŝlosilojn

ŝlosilo (eo)