Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλείς θηλυκό

  1. αυτό που εξυπηρετεί στο κλείσιμο
  2. μοχλός ή μάνταλο, σύρτης, που σύρεται έξω ή μέσα με λουκέτο ή ιμάντα
  3. κλειδί ή είδος γάντζου ή άγκιστου, μέσω του οποίου σφαλιζόταν ή απασφαλιζόταν απέξω η αμπάρα
  4. κλειδί
  5. (μεταφορικά) επιβεβλημένη ησυχία
  6. άγκιστρο ή γλώσσα πόρπης, αγκράφας
  7. κλείδα ώμου, που ονομάστηκε ούτως, επειδή <<κλειδώνει>> το λαιμό και το θώρακα μαζί
  8. κωπηλατικός πάγκος, που κλείδωνε μαζί τις πλευρές του πλοίου
  9. πορθμός θάλασσας, χαμηλή νησίδα, ξέρα μίας χώρας
  10. στενό, ισθμός