Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλείδα οι κλείδες
      γενική της κλείδας των κλειδών
    αιτιατική την κλείδα τις κλείδες
     κλητική κλείδα κλείδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλείδα < αρχαία ελληνική κλείς
 
Οι δύο κλείδες με κόκκινο χρώμα.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλείδα θηλυκό

  1. κλειδί, μέθοδος
  2. (ανατομία) το καθένα από τα δύο επιμήκη οστά του άνω τμήματος του θώρακα που ενώνουν τις ωμοπλάτες με το στέρνο
    Η κλείδα έχει δύο άκρα· το ένα είναι κυκλικό και την ενώνει με το στέρνο και το άλλο λέγεται ακρωμιακό και είναι πεπλατυσμένο. Η πάνω επιφάνεια είναι λεία και έχει ένα φύμα με το οποίο συνδέεται ο κλειδοστερνικός σύνδεσμος.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία