Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουζόκλειδο < μπουζί + κλειδί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουζόκλειδο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία