Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουζόκλειδο < μπουζί + κλειδί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουζόκλειδο ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): εργαλείο κατάλληλο για την προσθαφαίρεση (βίδωμα ή ξεβίδωμα) αναφλεκτήρων, κοινώς μπουζιών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία