Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυπτογράφηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρυπτογράφηση θηλυκό

  1. κωδικοποίηση μηνύματος σύμφωνα με τις μεθόδους της κρυπτογραφίας


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία