Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κωδικοποίηση οι κωδικοποιήσεις
      γενική της κωδικοποίησης
& κωδικοποιήσεως
των κωδικοποιήσεων
    αιτιατική την κωδικοποίηση τις κωδικοποιήσεις
     κλητική κωδικοποίηση κωδικοποιήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωδικοποίηση < κωδικοποιώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κωδικοποίηση θηλυκό

  1. το αποτέλεσμα και η ενέργεια του κωδικοποιώ, η μετατροπή κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι πιο ταξινομημένα (με την έννοια της τακτοποίησης και της κατηγοριοποίησης)
    κωδικοποίηση νομοθεσίας
    ολογραφική κωδίκευση/κωδικοποίηση: το να συμπτυχθούν όλα τα χωροχρονικά συστατικά (του χώρου και του χρόνου) των συντεταγμένων (γεγονότος-σωματιδίου) σε έναν αριθμό
  2. η μετατροπή κάποιων στοιχείων ή η αντιστοίχισή τους (με αριθμούς, σύμβολα κ.λπ.) με τρόπο ώστε αυτά να μπορούν να μεταδοθούν, να μεταφερθούν σε άλλα μέσα ανάγνωσης και ερμηνείας
    κωδικοποίηση σημάτων Μορς, κωδικοποίηση γλώσσας υπολογιστών
  3. η μετατροπή ή αντιστοίχιση κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι ταξινομημένα με τρόπο ακατάληπτο σε όποιον δεν γνωρίζει τον κώδικα που χρησιμοποιείται, η κρυπτογράφηση
  4. (πληροφορική) βλ. κωδικοποίηση χαρακτήρων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία