Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουλονόκλειδο < μπουλόνι + κλειδί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουλονόκλειδο ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): ειδικό μεταλλικό εργαλείο - κλειδί, που λειτουργεί ως μοχλός, προσθαφαίρεσης μπουλονιών και τασιών από τις ζάντες των οχημάτων.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία