Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουλόνι τα μπουλόνια
      γενική του μπουλονιού των μπουλονιών
    αιτιατική το μπουλόνι τα μπουλόνια
     κλητική μπουλόνι μπουλόνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουλόνι < γαλλική boulon

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουλόνι ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): ειδικό μεταλλικό κυλινδρικό στέλεχος με σπείρωμα που συνδέει μέρη μηχανισμού, όπως π.χ. ζάντες οχημάτων.
  2. το βλήτρον (στην επίσημη ελληνική)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία