Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλειδίον < κλείς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλειδίον ουδέτερο

  1. μικρό κλειδί