Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλειδαμπαρώνω < κλειδί + αμπάρα + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλειδαμπαρώνω

  1. κλειδώνω και τοποθετώ αμπάρα στην πόρτα και τα μάνταλα στα παράθυρα

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία