Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

μάνταλα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάνταλα ουδέτερο άκλιτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

μάνταλα: κλιτικός τύπος

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

μάνταλα ουδέτερο



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάνταλα, πλαστή λέξη < πιθανόν πάταλα με επίδραση του μάνταλος.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάνταλα άκλιτο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία