Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέξη κλειδί < → δείτε τις λέξεις λέξη και κλειδί

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

λέξη κλειδί και λέξη-κλειδί

  1. (πληροφορική) το κλειδί που χρησιμοποιείται σε αλγόριθμους κρυπτογράφησης ή αποκρυπτογράφησης
     συνώνυμα: κλειδί
  2. (προγραμματισμός) λέξη που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό σε γλώσσες προγραμματισμού (πχ. στο συντακτικό, στις εντολές). Ο όρος σε μερικές γλώσσες προγραμματισμού συμπίπτει με την δεσμευμένη λέξη (reserved word) (πχ. C, Python) και σε άλλες (όπως στη Java) είναι υποσύνολο της
     συνώνυμα: δεσμευμένη λέξη (πχ. στις γλώσσες προγραμματισμού C, Python)
    υπερώνυμα: αναγνωριστικό (identifier), δεσμευμένη λέξη (πχ. στη γλώσσα προγραμματισμού Java)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία